ευφαής

εὐφαής, -ές (ΑΜ)
αυτός που λάμπει πολύ, ο πολύ λαμπρός, ο πολύ φωτεινός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φαής (< φάος «φως»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὐφαής — very bright masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφαής — very bright masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφαῆ — εὐφαής very bright neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐφαής very bright masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐφαής very bright masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφαεῖ — Εὐφαής very bright masc nom/voc/acc dual (attic epic) Εὐφαής very bright masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφαεῖ — εὐφαής very bright masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) εὐφαής very bright masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφαῆ — Εὐφαής very bright masc nom/voc/acc dual (doric aeolic) Εὐφαής very bright masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφαές — εὐφαής very bright masc/fem voc sg εὐφαής very bright neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφαοῦς — Εὐφαής very bright masc gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφαοῦς — εὐφαής very bright masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφαέεσσι — Εὐφαής very bright masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.